ρουβία

η, Ν
βοτ.
γένος αγγειόσπερμων δικότυλων ποωδών φυτών, τής οικογένειας ρουβιίδες, τής τάξης γεντιανώδη, με 40 περίπου είδη, από τα οποία τα Rubia tinctoria και Rubia cordifolia καλλιεργούνταν για την κόκκινη χρωστική αλιζαρίνη που περιέχουν οι ρίζες τους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. rubia < λατ. rubia «ερυθρόδανο» (συγγενές τού ruber «κόκκινος»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρίζινος — η, ον, Α [ῥίζα] αυτός που προέρχεται από τη ρίζα τού γνωστού με τη λόγια ονομασία φυτού ρουβία η βαφική …   Dictionary of Greek

  • ριζάρι — το / ῥιζάριν, ΝΜ το γνωστό με τη λόγια ονομασία φυτό ρουβία η βαφική, αλλ. λιζάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥίζα (πρβλ. αρχ. ῥιζιόν), άλλη ονομασία τού φυτού αλιζάρι (βλ. λ. αλιζάρι)] …   Dictionary of Greek

  • ριζίο — το / ῥιζίον, ΝΑ, και ῥίζιον και ῥιζεῑον Α [ῥίζα] μικρή ή λεπτή ρίζα, ριζίδιο αρχ. το φυτό ρουβία η βαφική …   Dictionary of Greek

  • ρουβερυθρικός — ή, ό, Ν φρ. «ρουβερυθρικό οξύ» χημ. οργανική ένωση που βρίσκεται στο ερυθρόδανο. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. αγγλ. ruberythric (acid) < νεολατ. rubia (βλ. λ. ρουβία) + ερυθρός + ικός] …   Dictionary of Greek

  • αγριοβαφή — Κοινή ονομασία του φυτού ρουβία η βαφική της οικογένειας των ρουβιιδών. Είναι πόα πολυετής με βλαστούς αναρριχώμενους, ύψους 1 μ. Έχει φύλλα μεγάλα και οδοντωτά σαν λόγχες και άνθη κίτρινα, σε ψευτοσκιάδια. Ο καρπός της είναι ρώγα μαύρη. Κοινό… …   Dictionary of Greek

  • αλιζαρίνη — Οργανική ένωση (ακριβέστερα 1,2 διϋδροξυανθρακινόνη) που αντιστοιχεί στον τύπο C14H8O4 και χρησιμοποιείται στη βαφική. Σχηματίζει κόκκινες λάκες με τα άλατα του αλουμινίου, ιώδεις (μοβ) με τα άλατα του σιδήρου και μαύρες με τα άλατα του χρωμίου.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.